> | > ΕΚΤΑΚΤΟ: ΔΩΡΕΑΝ ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙΤΕ ΣΥΝΤΟΜΑ!

ΕΚΤΑΚΤΟ: ΔΩΡΕΑΝ ΠΙΝΑΚΕΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙΤΕ ΣΥΝΤΟΜΑ!

Posted on Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015 | 1 Comment

του Σταύρου Κατσούλη

Πρόσφατα διαπιστώθηκαν κάποιες ελλείψεις στον χώρο της πληροφόρησης των πολιτών της χώρας, όσον αφορά στην χρήση κάποιων εκφράσεων πολιτικού περιεχομένου. 

Η ανάγκη για συνεχή ενημέρωση, προφανώς θα πρέπει να οδήγησε σύσσωμο τον τομέα ενημέρωσης της χώρας στο να παραβλέψει κάποιες πτυχές  που αν μη τι άλλο, θα έπρεπε να ήταν διαθέσιμες στον Έλληνα πολίτη που πασχίζει μέσα στο χάος του σήμερα, να καταλήξει και στην συνέχεια να εκφράσει την πολιτική του κρίση.

Για τον λόγο αυτό και πάντα στο πλαίσιο της συνεχούς προσφοράς στην κοινωνία, αποφασίστηκε η παροχή κάποιων κρίσιμων και επειγουσών πληροφοριών προς τον πληθυσμό της χώρας, έτσι ώστε να μην υπάρξουν ατυχείς παρερμηνείες στις διάφορες εκφράσεις που θα παρουσιαστούν στο προσεχές μέλλον.

Ελπίζουμε ότι οι παρακάτω πληροφορίες, θα διευκολύνουν την διαμόρφωση, επικοινωνία και διασπορά ιδεών, στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου που είναι φυσικό να προκύψει την προσεχή περίοδο.

Καλή Λευτεριά σε όλους!


Ουσιαστικό


Αρσενικό Γένος Θηλυκό Γένος
Ενικός Αριθμός
Ο κωλοτούμπας Η κωλοτούμπα
Του κωλοτούμπα Της κωλοτούμπας
Τον κωλοτούμπα Την κωλοτούμπα
Ω κωλοτούμπα Ω κωλοτούμπα
Πληθυντικός Αριθμός
Οι κωλοτούμπες Οι κωλοτούμπες
Των κωλοτουμπών Των κωλοτουμπών
Τους κωλοτούμπες Τους κωλοτούμπες
Ω κωλοτούμπες Ω κωλοτούμπες


Ρήμα


Ενεργητική φωνή
κωλοτουμπιάζω
Χρόνοι
Εγκλίσεις
Οριστική
Υποτακτική
(να, όταν κτλ.)
Προστακτική
Ενεστώτας
κωλοτουμπιάζω
κωλοτουμπιάζεις
κωλοτουμπιάζει
κωλοτουμπιάζουμε
κωλοτουμπιάζετε
κωλοτουμπιάζουν(ε)
να κωλοτουμπιάζω
να κωλοτουμπιάζεις
να κωλοτουμπιάζει
να κωλοτουμπιάζουμε
να κωλοτουμπιάζετε
να κωλοτουμπιάζουν(ε)
κωλοτούμπιαζε
κωλοτούμπιαζετε
Παρατατικός κωλοτουμπιάζα
κωλοτουμπιάζες
κωλοτουμπιάζε
κωλοτουμπιάζαμε
κωλοτουμπιάζατε
κωλοτούμπιαζαν(ε)


Αόριστος
κωλοτούμπιασα
κωλοτούμπιασες
κωλοτούμπιάσε
κωλοτουμπιάσαμε
κωλοτουμπιάσατε
κωλοτούμπιαζαν(ε)
να κωλοτουμπιάσω
να κωλοτουμπιάσεις
να κωλοτουμπιάσει
να κωλοτουμπιάσουμε
να κωλοτουμπιάσετε
να κωλοτουμπιάσουν(ε)
κωλοτούμπιασε
κωλοτούμπιαστε


απαρέμφατο αορίστου:κωλοτουμπιάσει
μετοχή ενεστώτα: κωλοτουμπιάζοντας



Χρόνοι
Εγκλίσεις
Οριστική
Υποτακτική
(να, όταν κτλ.)
Eξακολουθητικός
Μέλλοντας
θα κωλοτουμπιάζω
θα κωλοτουμπιάζεις
θα κωλοτουμπιάζει
θα κωλοτουμπιάζουμε
θα κωλοτουμπιάζετε
θα κωλοτουμπιάζουν(ε)

Συνοπτικός Μέλλοντας
θα κωλοτουμπιάσω
θα κωλοτουμπιάσεις
θα κωλοτουμπιάσει
θα κωλοτουμπιάσουμε
θα κωλοτουμπιάσετε
θα κωλοτουμπιάσουν(ε)

Συντελεσμένος
Μέλλοντας
θα έχω κωλοτουμπιάσει
θα έχεις κωλοτουμπιάσει
θα έχει κωλοτουμπιάσει
θα έχουμε κωλοτουμπιάσει
θα έχετε κωλοτουμπιάσει
θα έχουν(ε) κωλοτουμπιάσει
(ή: θα έχω κωλοτουμπιάσμένο, -η, -ο κτλ.)

Παρακείμενος
έχω κωλοτουμπιάσει
έχεις κωλοτουμπιάσει
έχει κωλοτουμπιάσει
έχουμε κωλοτουμπιάσει
έχετε κωλοτουμπιάσει
έχουν(ε) κωλοτουμπιάσει
(ή: έχω κωλοτουμπιάσμένο, -η, -ο κτλ.)
να έχω κωλοτουμπιάσει
να έχεις κωλοτουμπιάσει
να έχει κωλοτουμπιάσει
να έχουμε κωλοτουμπιάσει
να έχετε κωλοτουμπιάσει
να έχουν(ε) κωλοτουμπιάσει
(ή: να έχω κωλοτουμπιάσμένο, -η, -ο κτλ)
Υπερσυντέλικος είχα κωλοτουμπιάσει
είχες κωλοτουμπιάσει
είχε κωλοτουμπιάσει
είχαμε κωλοτουμπιάσει
είχατε κωλοτουμπιάσει
είχαν(ε) κωλοτουμπιάσει
(ή: είχα κωλοτουμπιάσμένο, -η, -ο κτλ.)


Στην υποτακτική συναντώνται επίσης οι τύποι να κωλοτούμπιαζα, να κωλοτούμπιασα, να είχα κωλοτουμπιάσει, που κλίνονται όπως οι τύποι της οριστικής κωλοτούμπιανα, κωλοτούμπιασα, είχα κωλοτουμπιάσει.

Παθητική φωνή

κωλοτουμπιάζομαι
Χρόνοι
Εγκλίσεις
Οριστική
Υποτακτική
(να, όταν κτλ.)
Προστακτική
Ενεστώτας κωλοτουμπιάζομαι
κωλοτουμπιάζεσαι
κωλοτουμπιάζεται
κωλοτουμπιαζόμαστε
κωλοτουμπιάζεστε/
-όσαστε
κωλοτουμπιάζονται
να κωλοτουμπιάζομαι
να κωλοτουμπιάζεσαι
να κωλοτουμπιάζεται
να κωλοτουμπιαζόμαστε
να κωλοτουμπιάζεστε
/-όσαστε
να κωλοτουμπιάζονται
(κωλοτουμπιάζου)
(κωλοτουμπιάζεστε)
Παρατατικός κωλοτουμπιαζόμουν(α)
κωλοτουμπιαζόσουν(α)
κωλοτουμπιαζόταν(ε)
κωλοτουμπιαζόμασταν
/-τε
κωλοτουμπιαζόσασταν
/-τε
κωλοτουμπιάζονταν/ 
κωλοτουμπιαζόντουσαν


Αόριστος κωλοτουμπιάστηκα
κωλοτουμπιάστηκες
κωλοτουμπιάστηκε
κωλοτουμπιάστήκαμε
κωλοτουμπιάστήκατε
κωλοτουμπιάστηκαν(ε)
να κωλοτουμπιαστώ
να κωλοτουμπιαστείς
να κωλοτουμπιαστεί
να κωλοτουμπιαστούμε
να κωλοτουμπιαστείτε
να κωλοτουμπιαστούν(ε)
κωλοτουμπιάσου
κωλοτουμπιαστείτε
Εξακολουθητικός Μέλλοντας θα κωλοτουμπιάζομαι
θα κωλοτουμπιάζεσαι
θα κωλοτουμπιάζεται
θα κωλοτουμπιαζόμαστε
θα κωλοτουμπιάζεστε
/-όσαστε
θα κωλοτουμπιάζονται


Συνοπτικός Μέλλοντας θα κωλοτουμπιαστώ
θα κωλοτουμπιαστείς
θα κωλοτουμπιαστεί
θα κωλοτουμπιαστούμε
θα κωλοτουμπιαστείτε
θα κωλοτουμπιαστούν(ε)



Απαρέμφατο αορίστου 
κωλοτουμπιαστεί

Χρόνοι
Εγκλίσεις
Οριστική
Υποτακτική (να, όταν κτλ.)
Συντελεσμένος Μέλλοντας
θα έχω κωλοτουμπιαστεί
θα έχεις κωλοτουμπιαστεί
θα έχει κωλοτουμπιαστεί
θα έχουμε κωλοτουμπιαστεί
θα έχετε κωλοτουμπιαστεί
θα έχουν(ε) κωλοτουμπιαστεί
 (ή: θα είμαι κωλοτουμπιασμένος, -η, -ο κτλ.)

Παρακείμενος
έχω κωλοτουμπιαστεί
έχεις κωλοτουμπιαστεί κτλ.
(ή: είμαι κωλοτουμπιασμένος, -η, -ο κτλ.)
να έχω κωλοτουμπιαστεί κτλ.
(ή: να είμαι κωλοτουμπιασμένος, -η, -ο κτλ.)
Υπερσυντέλικος είχα κωλοτουμπιαστεί,
είχες κωλοτουμπιαστεί κτλ.
 (ή: ήμουν κωλοτουμπιασμένος, -η, -ο κτλ.)


Comments:1

  1. Θέλει κάποιες διορθώσεις η οριστική της ενεργητικής φωνής στον παρατατικό και τον αόριστο...έτσι για να τα μάθουμε σωστά ρε αδερφέ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σ. Κατσούλης. Από το Blogger.